'δωκε

ἔδωκε , δίδωμι
Aër.
aor ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δῶκε — δίδωμι Aër. aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεός — Το υπέρτατο ον. Κατά τη θρησκευτική σκέψη είναι αιώνιο, δημιουργός και συντηρητής, πρώτη αιτία, άπειρη και μυστηριώδης, όλων όσα υπάρχουν. Στον πρωτόγονο άνθρωπο, η ιδέα του Θ. διαμορφώθηκε σε σχέση με τις τεράστιες ανάγκες, τα εμπόδια και τους… …   Dictionary of Greek

  • LEGIFERA — epitheton Isidis, Gr. Θεσμοφόρος, quod prima fuerit legum inventrix. Ita enim de ill Diod. Sic. l. 1. ubi eam filiam Saturni ex Rhea, Ositidis sororem atque uxorem, et eandem cum Cerere esse scribit: Prima invenit triticum et hordeum, hominibus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • OVA — I. OVA et avenae, Oonae insul. in colarum cibus, ut docet Plin. l. 4. c. 13. Ab. ovo etiam Romani cenas ordiebantur: Unde illud, Ab ovo usque ad mala. Horat. l. 1. Sat. 3. v. 6. et Ad ovum integram adferre famem, Cic. l. 9. Ep. ad Paetum 20. Imô… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • THESMOPHOROS — Cereris epitheton, quae et Legifera poetis dicitur: Servius Honor. ad l. 4. v. 57. Leges, inquit, Ceres dicitur invenisse: Nam et sacra ipsius Thesmophoria i. e. legun latio, vocantur, Sed hoc ideo fingiutr. quia ante frumentum a Cerere inventum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • TRIPUS — non unius olim generis. Fuere enim alii τρίποδες ἐμπυριβῆται, sive λέβητες λοετροχόοι, in quibus calefiebat aqua loturis, vel lebetes lavantibus aquam fundentes. Alii fuerunnt τρίποδες ἄπυροι, non sentientes ignem, qui ornatui solum templorum et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ένθα — (AM ἔνθα) επίρρ. τοπ. όπου, στο μέρος όπου («ὁ τόπος μέν... ἔνθα τήν κόρην εἶδον», Διγ. Ακρ.) αρχ. (για τόπο, δεικτ.) 1. εκεί, σ εκείνο τον τόπο [«καὶ νύ κε τὴν ἔνθ ὦκα βάλεν μεγάλας ποτὶ πέτρας» κι αυτήν (την Αργώ) θα τή χτυπούσε αμέσως εκεί… …   Dictionary of Greek

  • επιφροσύνη — ἐπιφροσύνη, ἡ (Α) [επίφρων] 1. σύνεση, ετοιμότητα αντιλήψεως και κρίσεως («εἰ μὴ ἐπιφροσύνην δῶκε γλαυκῶπις Ἀθήνη», Ομ. Οδ.) 2. φώτιση, καθοδήγηση από τον θεό («κατ’ ἐπιφροσύνην τοῡ θεοῡ», Ιώσ.) 3. παρατήρηση, επισκόπηση 4. συνετή επιφύλαξη …   Dictionary of Greek

  • καναπιτσόσπορος — ο 1. ο σπόρος τής καναπίτσας*. 2. παροιμ. «τού δωκε φύκια και πήρε καναπιτσόσπορο» για ανταλλαγή πραγμάτων που δεν έχουν καμιά αξία. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο σύνθ. < καναπίτσα (< ιταλ. canapuccia < + σπορος (< σπόρος), πρβλ. ηλιό σπορος, πεπονό… …   Dictionary of Greek

  • ξεινήιον — ξεινήιον, τὸ (Α) (ιων. και επικ. τ.) 1. δώρο που έδινε εκείνος που φιλοξενούσε στον φιλοξενούμενο του όταν έφευγε προς ανάμνηση τής φιλοξενίας («Ἀμφιδάμας δὲ Μόλῳ δῶκε ξεινήιον εἶναι», Ομ. Ιλ.) 2. στον πληθ. τὰ ξεινήια δώρα που αντάλλασσαν οι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.